Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπάταλος

/ˈspa.ta.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σπαταλά, που ξοδεύει, που δαπανά Βικιλεξικό
  2. που γίνεται σπάταλα, με σπατάλες, ξοδεύοντας ή δαπανώντας πολλά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπάταλος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σπάταλος < σπᾰτᾰ́λη < προελληνική

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπάταλοςσπάταλησπάταλο
Γενικήσπάταλουσπάταληςσπάταλου
Αιτιατικήσπάταλοσπάταλησπάταλο
Κλητικήσπάταλεσπάταλησπάταλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπάταλοισπάταλεςσπάταλα
Γενικήσπάταλωνσπάταλωνσπάταλων
Αιτιατικήσπάταλουςσπάταλεςσπάταλα
Κλητικήσπάταλοισπάταλεςσπάταλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →