σταθμεύω
•
- οδηγώ ένα όχημα σε συγκεκριμένη θέση που δεν εμποδίζει την κυκλοφορία και το σταματώ εκεί Βικιλεξικό
- Απέφυγα να σταθμεύσω κοντά στο λιμεναρχείο και άφησα το αυτοκίνητο πίσω από τις εμπορικές αποθήκες. (Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Θεοκλής [διήγημα])
Ετυμολογία
σταθμεύω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σταθμεύω, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική stationner
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σταθμεύω | σταθμεύεις | σταθμεύει | σταθμεύουμε | σταθμεύετε | σταθμεύουν / σταθμεύουνε |
| Παρατατικός | στάθμευα | στάθμευες | στάθμευε | σταθμεύαμε | σταθμεύατε | στάθμευαν / σταθμεύαν / σταθμεύανε |
| Αόριστος | στάθμευσα | στάθμευσες | στάθμευσε | σταθμεύσαμε | σταθμεύσατε | στάθμευσαν / σταθμεύσαν / σταθμεύσανε |
| Μέλλοντας | θα σταθμεύσω / θα σταθμεύω | θα σταθμεύεις / θα σταθμεύσεις | θα σταθμεύει / θα σταθμεύσει | θα σταθμεύουμε / θα σταθμεύσουμε | θα σταθμεύετε / θα σταθμεύσετε | θα σταθμεύουν / θα σταθμεύουνε / θα σταθμεύσουν / θα σταθμεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σταθμεύσει | έχεις σταθμεύσει | έχει σταθμεύσει | έχουμε σταθμεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σταθμεύσει | είχες σταθμεύσει | είχε σταθμεύσει | είχαμε σταθμεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σταθμεύσει / να σταθμεύσω / να σταθμεύω | να έχεις σταθμεύσει / να σταθμεύεις / να σταθμεύσεις | να έχει σταθμεύσει / να σταθμεύει / να σταθμεύσει | να έχουμε σταθμεύσει / να σταθμεύουμε / να σταθμεύσουμε | να σταθμεύετε / να σταθμεύσετε | να σταθμεύουν / να σταθμεύουνε / να σταθμεύσουν / να σταθμεύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε σταθμευμένο / στάθμευε / στάθμευσε | — | — | σταθμεύετε / σταθμεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →