Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταυροκοπιέμαι

/sta.vɾo.koˈpçe.me/ρήμα
•
  1. κάνω (συνήθως παραπάνω από μια φορά) το σταυρό μου, δηλαδή το σημείο του σταυρού επάνω μου, είτε από έκπληξη, είτε από δέος, φόβο κ.λπ. Βικιλεξικό
    • Τρέχει ἔξω· κράζει τούς συντρόφους του. Γυρίζουν ἐκεῖνοι στίς φωνές, κοιτάζουν καί σταυροκοπιοῦνται. Ἄγγελος εἶναι, ἄνθρωπος εἶναι, δέν ξέρουν. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Οι φρεγάδες, 1894)
    • Σταυροκοπιοῦνται μέ τρομάρα πολλή, ἀρχινάει τά ξόρκια ὁ παπᾶς, καί τό σκυλί γένεται ἄνεμος κ' ἔσβυσε, γένεται μπουχός κ' ἐχάθη. (Κωστής Πασσαγιάννης, Βρυκόλακας, Παρνασσός Φιλολογικό Περιοδικό, τόμος 16, 1894, σελ. 843)

Ετυμολογία

σταυροκοπιέμαι < σταυρο- + -κοπιέμαι < αρχαία ελληνική σταυρός + κόπτω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσταυροκοπιέμαισταυροκοπιέσαισταυροκοπιέταισταυροκοπιόμαστεσταυροκοπιέστεσταυροκοπιούνται
Παρατατικόςσταυροκοπιόμουν / σταυροκοπιόμουνασταυροκοπιόσουν / σταυροκοπιόσουνασταυροκοπιόταν / σταυροκοπιότανεσταυροκοπιόμασταν / σταυροκοπιόμαστεσταυροκοπιόσασταν / σταυροκοπιόσαστεσταυροκοπιούνταν / σταυροκοπιόνταν / σταυροκοπιόντανε / σταυροκοπιόντουσαν
Αόριστοςσταυροκοπήθηκασταυροκοπήθηκεςσταυροκοπήθηκεσταυροκοπηθήκαμεσταυροκοπηθήκατεσταυροκοπήθηκαν / σταυροκοπηθήκαν / σταυροκοπηθήκανε
Μέλλονταςθα σταυροκοπηθώ / θα σταυροκοπιέμαιθα σταυροκοπηθείς / θα σταυροκοπιέσαιθα σταυροκοπηθεί / θα σταυροκοπιέταιθα σταυροκοπηθούμε / θα σταυροκοπιόμαστεθα σταυροκοπηθείτε / θα σταυροκοπιέστεθα σταυροκοπηθούν / θα σταυροκοπηθούνε / θα σταυροκοπιούνται
Παρακείμενοςέχω σταυροκοπηθείέχεις σταυροκοπηθείέχει σταυροκοπηθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα σταυροκοπηθείείχες σταυροκοπηθεί————
Υποτακτικήνα έχω σταυροκοπηθεί / να σταυροκοπηθώ / να σταυροκοπιέμαινα έχεις σταυροκοπηθεί / να σταυροκοπηθείς / να σταυροκοπιέσαινα έχει σταυροκοπηθεί / να σταυροκοπηθεί / να σταυροκοπιέταινα σταυροκοπηθούμε / να σταυροκοπιόμαστενα σταυροκοπηθείτε / να σταυροκοπιέστενα σταυροκοπηθούν / να σταυροκοπηθούνε / να σταυροκοπιούνται
Προστακτική—σταυροκοπήσου——σταυροκοπηθείτε / σταυροκοπιέστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →