Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σταυρός

/staˈvɾos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γεωμετρίαγεωμετρικό σχήμα αποτελούμενο στην πιο απλή του μορφή από δύο ευθύγραμμα τμήματα τεμνόμενα σε γωνία 90 μοιρών Βικιλεξικό
  2. όργανο εκτέλεσης κατά την αρχαιότητα Βικιλεξικό
  3. χριστιανισμόςθρησκευτικό σύμβολο Βικιλεξικό
    • ο Σταυρός του Ιησού Χριστού
    • Στόχος της διατριβής αποτελεί η διερεύνηση της έννοιας του φυλακτού στην περίοδο από τον 18ο έως και τον 20ό αιώνα, καθώς εκτός από τα γνωστά φυλακτά (χαϊμαλιά και σταυροί) υπήρχαν παράλληλα πολλά κοσμήματα και αντικείμενα, τα οποία, πέρα από την επιτέλεση της πρωταρχικής τους χρήσης, είχαν και αποτροπαϊκό χαρακτήρα. (Σωτήριος Σουλούκος, Αποτροπαϊκός και προστατευτικός χαρακτήρας φυλακτών στις συλλογές του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας – Θράκης: λαϊκή θρησκευτικότητα, διαθρησκειακές αναφορές και η χρήση των συμβόλων, Εθνικό Αρχείο διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, Θεολογική Σχολή, 2022)
  4. βυζαντινή μουσικήμουσικό σύμβολο στη βυζαντινή σημειογραφία Βικιλεξικό
  5. διακριτικό προτίμησης για επιλογή μεταξύ υποψηφίων ενός συνδυασμού κατά την εκλογική διαδικασία Βικιλεξικό
  6. εργαλείαεργαλείο σχήματος σταυρού το οποίο χρησιμοποιείται για το ξεβίδωμα των μπουλονιών που συγκρατούν τους τροχούς των αυτοκινήτων Βικιλεξικό
  7. εργαλείαηλεκτρολογικό εξάρτημα που επιτρέπει την τροφοδοσία περισσότερων συσκευών από την ίδια ηλεκτρική παροχή (πρίζα) Βικιλεξικό
  8. εργαλείαπλαστικό εργαλείο μίας χρήσης, που χρησιμοποιείται κατά την τοποθέτηση κεραμικών πλακιδίων για να καθοριστεί το μέγεθος του αρμού μεταξύ τους, διαθέσιμο σε 2,3,4,5, και 10 χιλιοστά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σταυρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σταυρός (ελληνιστική σημασία: σταυρός, αρχαία σημασία: όρθιος πάσσαλος) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *steh₂-u-rós < *steh₂- (ἵστημι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσταυρόςσταυροί
Γενικήσταυρούσταυρών
Αιτιατικήσταυρόσταυρούς
Κλητικήσταυρέσταυροί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →