στιχηδόν
•
- λόγιοσε στίχους, σε σειρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στιχηδόν < ελληνιστική κοινή στιχηδόν < αρχαία ελληνική στίχος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
στιχηδόν < ελληνιστική κοινή στιχηδόν < αρχαία ελληνική στίχος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →