Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στολή

/stoˈli/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ενδυμασίατο σύνολο των ενδυμάτων με εμβληματικό χαρακτήρα που φέρουν προς διάκριση συγκεκριμένες ομάδες ατόμων, όπως σώματα ασφαλείας, ιατρικό προσωπικό, ιερείς Βικιλεξικό
    • αποκριάτικη στολή, στρατιωτική στολή
    • Ὁ τόπος δέν σηκώνει ξωτικές στολές, μπιχλιμπίδια καί τά παρόμοια. Ἕνα κομπλέ, σάν ὅλο τόν κόσμο, μά καλοραμμένο, φορεμένο μέ ἀέρα. Τοῦτο δῶ ἐτοιματζίδικο εἶναι τῆς κακῆς ὥρας. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 49)

Ετυμολογία

στολή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στολή (εξάρτυση με ιματισμό)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστολήστολές
Γενικήστολήςστολών
Αιτιατικήστολήστολές
Κλητικήστολήστολές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →