στολισμός
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στολίζω Βικιλεξικό
- 200.000 ευρώ είχε στοιχίσει το 2008 μόνον ο στολισμός του χριστουγεννιάτικου δέντρου! (εφ. Ελευθεροτυπία, 30/11/2011)
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του στολίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στολισμός < ελληνιστική κοινή στολισμός < αρχαία ελληνική στολίζω < στολίς / στολή / στόλος < στέλλω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στολισμός | στολισμοί |
| Γενική | στολισμού | στολισμών |
| Αιτιατική | στολισμό | στολισμούς |
| Κλητική | στολισμέ | στολισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →