στρωματογραφία
•
- γεωλογίακλάδος της γεωλογίας που μελετά τα στρώματα των πετρωμάτων της γης και ασχολείται με την περιγραφή, την ταξινόμηση και τη χρονική αλληλουχία των στρωμάτων αυτών, παρέχοντας έτσι πληροφορίες για την ιστορία της γης και τις διαδικασίες που την έχουν διαμορφώσει Βικιλεξικό
- αρχαιολογίαη μελέτη της διαστρωμάτωσης των αρχαιολογικών καταλοίπων, για τον καθορισμό της χρονολογίας των αρχαιολογικών ευρημάτων Βικιλεξικό
- μεταφορικάο καθορισμός και η μελέτη κοινωνικών, πολιτισμικών ή άλλων υποομάδων με κοινά χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στρωματογραφία < στρώμα + -ο- + -γραφία (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική stratigraphie ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική stratigraphy)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | στρωματογραφία | στρωματογραφίες |
| Γενική | στρωματογραφίας | στρωματογραφιών |
| Αιτιατική | στρωματογραφία | στρωματογραφίες |
| Κλητική | στρωματογραφία | στρωματογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →