συγκεκριμένος
•
- ο ορισμένος με σαφήνεια, σε αντιδιαστολή προς οτιδήποτε σχετικό αλλά διαφορετικό, το οποίο μπορεί να εννοηθεί προκαλώντας σύγχυση. Η χρήση της αποσκοπεί στο να αποκλειστεί η ασάφεια και η παρερμηνεία. Χρήση επιθέτου μπορεί επίσης να έχει. Βικιλεξικό
- Χρειάζονται συγκεκριμένες προτάσεις και όχι αερολογίες και γενικούρες.
- Μας ζήτησε το συγκεκριμένο προϊόν γιατί δεν ήθελε ακριβότερο, ο άνθρωπος ήταν σαφής.
- συγκεκριμένα ουσιαστικά: εκείνα που σημαίνουν πρόσωπα, ζώα, πράγματα π.χ. άνδρας, αλεπού, σκευοφυλάκιο, και όχι αφηρημένες έννοιες όπως π.χ. αλήθεια, πίστη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγκεκριμένος < ελληνιστική μετοχή συγκεκριμένος < αρχαία ελληνική μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συγκρίνω
Άλλοι τύποι
συγκεκριμένασυγκεκριμένεσυγκεκριμένεςσυγκεκριμένησυγκεκριμένηςσυγκεκριμένοσυγκεκριμένοισυγκεκριμένοςσυγκεκριμένουσυγκεκριμένουςσυγκεκριμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →