συγκρούομαι
•
- πέφτω με ορμή πάνω σε ένα άλλο κινούμενο ή ακίνητο σώμα Βικιλεξικό
- Δύο αυτοκίνητα συγκρούστηκαν μετωπικά στην εθνική.
- μάχομαι, πολεμώ εναντίον κάποιου Βικιλεξικό
- οι Έλληνες συγκρούστηκαν με τους Πέρσες πολλές φορές κατά την αρχαιότητα
- γενικότεραβρίσκομαι σε αθλητική, πολιτική ή άλλου είδους αντιπαράθεση με κάποιον, ανταγωνίζομαι Βικιλεξικό
- βρίσκομαι σε αναντιστοιχία Βικιλεξικό
- οι απόψεις που εκφράζεις συγκρούονται με την κοινή λογική
Ετυμολογία
συγκρούομαι < συν + κρούω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →