Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συγχρηματοδοτώ

ρήμα
•
  1. χρηματοδοτώ από κοινού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συγχρηματοδοτώ < συν- + χρηματοδοτώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυγχρηματοδοτώσυγχρηματοδοτείςσυγχρηματοδοτείσυγχρηματοδοτούμεσυγχρηματοδοτείτεσυγχρηματοδοτούν / συγχρηματοδοτούνε
Παρατατικόςσυγχρηματοδοτούσασυγχρηματοδοτούσεςσυγχρηματοδοτούσεσυγχρηματοδοτούσαμεσυγχρηματοδοτούσατεσυγχρηματοδοτούσαν / συγχρηματοδοτούσανε
Αόριστοςσυγχρηματοδότησασυγχρηματοδότησεςσυγχρηματοδότησεσυγχρηματοδοτήσαμεσυγχρηματοδοτήσατεσυγχρηματοδοτήσαν / συγχρηματοδοτήσανε / συγχρηματοδότησαν
Μέλλονταςθα συγχρηματοδοτήσω / θα συγχρηματοδοτώθα συγχρηματοδοτήσεις / θα συγχρηματοδοτείςθα συγχρηματοδοτήσει / θα συγχρηματοδοτείθα συγχρηματοδοτήσουμε / θα συγχρηματοδοτούμεθα συγχρηματοδοτήσετε / θα συγχρηματοδοτείτεθα συγχρηματοδοτήσουν / θα συγχρηματοδοτήσουνε / θα συγχρηματοδοτούν / θα συγχρηματοδοτούνε
Παρακείμενοςέχω συγχρηματοδοτήσειέχεις συγχρηματοδοτήσειέχει συγχρηματοδοτήσειέχουμε συγχρηματοδοτήσειέχετε συγχρηματοδοτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συγχρηματοδοτήσειείχες συγχρηματοδοτήσειείχε συγχρηματοδοτήσειείχαμε συγχρηματοδοτήσει——
Υποτακτικήνα έχω συγχρηματοδοτήσει / να συγχρηματοδοτήσω / να συγχρηματοδοτώνα έχεις συγχρηματοδοτήσει / να συγχρηματοδοτήσεις / να συγχρηματοδοτείςνα έχει συγχρηματοδοτήσει / να συγχρηματοδοτήσει / να συγχρηματοδοτείνα έχουμε συγχρηματοδοτήσει / να συγχρηματοδοτήσουμε / να συγχρηματοδοτούμενα έχετε συγχρηματοδοτήσει / να συγχρηματοδοτήσετε / να συγχρηματοδοτείτενα συγχρηματοδοτήσουν / να συγχρηματοδοτήσουνε / να συγχρηματοδοτούν / να συγχρηματοδοτούνε
Προστακτική—συγχρηματοδότει / συγχρηματοδότησε——συγχρηματοδοτήστε / συγχρηματοδοτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →