συγχρηματοδοτώ
•
- χρηματοδοτώ από κοινού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγχρηματοδοτώ < συν- + χρηματοδοτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συγχρηματοδοτώ | συγχρηματοδοτείς | συγχρηματοδοτεί | συγχρηματοδοτούμε | συγχρηματοδοτείτε | συγχρηματοδοτούν / συγχρηματοδοτούνε |
| Παρατατικός | συγχρηματοδοτούσα | συγχρηματοδοτούσες | συγχρηματοδοτούσε | συγχρηματοδοτούσαμε | συγχρηματοδοτούσατε | συγχρηματοδοτούσαν / συγχρηματοδοτούσανε |
| Αόριστος | συγχρηματοδότησα | συγχρηματοδότησες | συγχρηματοδότησε | συγχρηματοδοτήσαμε | συγχρηματοδοτήσατε | συγχρηματοδοτήσαν / συγχρηματοδοτήσανε / συγχρηματοδότησαν |
| Μέλλοντας | θα συγχρηματοδοτήσω / θα συγχρηματοδοτώ | θα συγχρηματοδοτήσεις / θα συγχρηματοδοτείς | θα συγχρηματοδοτήσει / θα συγχρηματοδοτεί | θα συγχρηματοδοτήσουμε / θα συγχρηματοδοτούμε | θα συγχρηματοδοτήσετε / θα συγχρηματοδοτείτε | θα συγχρηματοδοτήσουν / θα συγχρηματοδοτήσουνε / θα συγχρηματοδοτούν / θα συγχρηματοδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω συγχρηματοδοτήσει | έχεις συγχρηματοδοτήσει | έχει συγχρηματοδοτήσει | έχουμε συγχρηματοδοτήσει | έχετε συγχρηματοδοτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συγχρηματοδοτήσει | είχες συγχρηματοδοτήσει | είχε συγχρηματοδοτήσει | είχαμε συγχρηματοδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συγχρηματοδοτήσει / να συγχρηματοδοτήσω / να συγχρηματοδοτώ | να έχεις συγχρηματοδοτήσει / να συγχρηματοδοτήσεις / να συγχρηματοδοτείς | να έχει συγχρηματοδοτήσει / να συγχρηματοδοτήσει / να συγχρηματοδοτεί | να έχουμε συγχρηματοδοτήσει / να συγχρηματοδοτήσουμε / να συγχρηματοδοτούμε | να έχετε συγχρηματοδοτήσει / να συγχρηματοδοτήσετε / να συγχρηματοδοτείτε | να συγχρηματοδοτήσουν / να συγχρηματοδοτήσουνε / να συγχρηματοδοτούν / να συγχρηματοδοτούνε |
| Προστακτική | — | συγχρηματοδότει / συγχρηματοδότησε | — | — | συγχρηματοδοτήστε / συγχρηματοδοτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →