συγχρονισμός
•
- ρυθμίζω την κίνηση ή τη ροή δύο στοιχείων ώστε να συμβαδίζουν Βικιλεξικό
- ρυθμίζω δύο ρολόγια ώστε να δείχνουν την ίδια ώρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγχρονισμός < ελληνιστική κοινή συγχρονισμός < συγχρονίζω < σύγχρονος < σύν αρχαία ελληνική χρόνος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική synchronisation & simultanéité)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συγχρονισμός | συγχρονισμοί |
| Γενική | συγχρονισμού | συγχρονισμών |
| Αιτιατική | συγχρονισμό | συγχρονισμούς |
| Κλητική | συγχρονισμέ | συγχρονισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →