συγχυσμένος
•
- που είναι ταραγμένος τόσο πολύ ώστε τα χάνει, νιώθει σύγχυση, καταστενοχωρημένος, σκασμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγχυσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συγχύζω < μεσαιωνική ελληνική συγχύζω < ελληνιστική κοινή σύγχυσις < αρχαία ελληνική συγχέω < σύν + χέω
Άλλοι τύποι
συγχυσμένασυγχυσμένεσυγχυσμένεςσυγχυσμένησυγχυσμένηςσυγχυσμένοσυγχυσμένοισυγχυσμένοςσυγχυσμένουσυγχυσμένουςσυγχυσμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →