Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συλλαβισμός

/si.la.viˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γραμματικήη διαίρεση μιας λέξης σε συλλαβές στη γραπτή της μορφή ή η εκφώνησή τους Βικιλεξικό
    • Ο συλλαβισμός της λέξης «κατάσταση» παριστάνεται με τις συλλαβές χωρισμένες από ενωτικά: «κα-τά-στα-ση».
  2. η συλλαβιστική ικανότητα Βικιλεξικό
    • Ο νεαρός μαθητής κατείχε άψογα τον συλλαβισμό.
  3. συνεκδοχικάη ανάγνωση με δυσκολία που δείχνει πως αυτός που διαβάζει δυσκολεύεται να διαβάσει και προσπαθεί να συλλαβίσει τις λέξεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συλλαβισμός < (συλλαβίζω) συλλαβισ- + -μός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική syllabation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυλλαβισμόςσυλλαβισμοί
Γενικήσυλλαβισμούσυλλαβισμών
Αιτιατικήσυλλαβισμόσυλλαβισμούς
Κλητικήσυλλαβισμέσυλλαβισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →