συλλαβισμός
•
- γραμματικήη διαίρεση μιας λέξης σε συλλαβές στη γραπτή της μορφή ή η εκφώνησή τους Βικιλεξικό
- Ο συλλαβισμός της λέξης «κατάσταση» παριστάνεται με τις συλλαβές χωρισμένες από ενωτικά: «κα-τά-στα-ση».
- η συλλαβιστική ικανότητα Βικιλεξικό
- Ο νεαρός μαθητής κατείχε άψογα τον συλλαβισμό.
- συνεκδοχικάη ανάγνωση με δυσκολία που δείχνει πως αυτός που διαβάζει δυσκολεύεται να διαβάσει και προσπαθεί να συλλαβίσει τις λέξεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συλλαβισμός < (συλλαβίζω) συλλαβισ- + -μός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική syllabation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συλλαβισμός | συλλαβισμοί |
| Γενική | συλλαβισμού | συλλαβισμών |
| Αιτιατική | συλλαβισμό | συλλαβισμούς |
| Κλητική | συλλαβισμέ | συλλαβισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →