Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συλλειτουργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. θρησκείαπου έχει σχέση με συλλειτουργό, συλλειτουργία ή συλλείτουργο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συλλειτουργικός < μεσαιωνική ελληνική συλλειτουργικός < ελληνιστική κοινή συλλειτουργός < αρχαία ελληνική λειτουργός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυλλειτουργικόςσυλλειτουργικήσυλλειτουργικό
Γενικήσυλλειτουργικούσυλλειτουργικήςσυλλειτουργικού
Αιτιατικήσυλλειτουργικόσυλλειτουργικήσυλλειτουργικό
Κλητικήσυλλειτουργικέσυλλειτουργικήσυλλειτουργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυλλειτουργικοίσυλλειτουργικέςσυλλειτουργικά
Γενικήσυλλειτουργικώνσυλλειτουργικώνσυλλειτουργικών
Αιτιατικήσυλλειτουργικούςσυλλειτουργικέςσυλλειτουργικά
Κλητικήσυλλειτουργικοίσυλλειτουργικέςσυλλειτουργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →