συλώ
•
- κλέβω πράγματα πολύτιμα ή ιερά Βικιλεξικό
- λεηλατώ, λαφυραγωγώ, διαρπάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συλώ < αρχαία ελληνική συλάω / συλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συλώ | συλείς | συλεί | συλούμε | συλείτε | συλούν / συλούνε |
| Παρατατικός | συλούσα | συλούσες | συλούσε | συλούσαμε | συλούσατε | συλούσαν / συλούσανε |
| Αόριστος | σύλησα | σύλησες | σύλησε | συλήσαμε | συλήσατε | συλήσαν / συλήσανε / σύλησαν |
| Μέλλοντας | θα συλήσω / θα συλώ | θα συλήσεις / θα συλείς | θα συλήσει / θα συλεί | θα συλήσουμε / θα συλούμε | θα συλήσετε / θα συλείτε | θα συλήσουν / θα συλήσουνε / θα συλούν / θα συλούνε |
| Παρακείμενος | έχω συλήσει | έχεις συλήσει | έχει συλήσει | έχουμε συλήσει | έχετε συλήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συλήσει | είχες συλήσει | είχε συλήσει | είχαμε συλήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συλήσει / να συλήσω / να συλώ | να έχεις συλήσει / να συλήσεις / να συλείς | να έχει συλήσει / να συλήσει / να συλεί | να έχουμε συλήσει / να συλήσουμε / να συλούμε | να έχετε συλήσει / να συλήσετε / να συλείτε | να συλήσουν / να συλήσουνε / να συλούν / να συλούνε |
| Προστακτική | — | σύλει / σύλησε | — | — | συλήστε / συλείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →