Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμβατός

/siɱ.vaˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που καθορίζεται από σύμβαση Βικιλεξικό
  2. που μπορεί να υπάρξει με κάτι άλλο Βικιλεξικό
  3. που ταιριάζει και χρησιμοποιείται με κάτι άλλο Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήπου μπορεί: Βικιλεξικό
    • να εκτελεστεί από συγκεκριμένο υπολογιστή· λέγεται για πρόγραμμα
    • να χρησιμοποιηθεί με συγκεκριμένη συσκευή· λέγεται για εξαρτήματα υπολογιστών
    • να λειτουργήσει ισοδύναμα με κάποιο, ευρύτερα γνωστό και χρησιμοποιούμενο, σύστημα
  5. βάσεις δεδομένων, (στο σχεσιακό μοντέλο) συμβατές λέγονται δύο σχέσεις R(A_1,A_2,...A_n) και S(A_1,A_2,...A_n), που έχουν τον ίδιο βαθμό n και τα ίδια πεδία ορισμού για τα στοιχεία των πλειάδων τους, δηλαδή dom(A_i)=dom(B_i) για 1≤i≤n, όπου dom, το αντίστοιχο πεδίο ορισμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμβατός < ελληνιστική συμβατός < συμβαίνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμβατόςσυμβατήσυμβατό
Γενικήσυμβατούσυμβατήςσυμβατού
Αιτιατικήσυμβατόσυμβατήσυμβατό
Κλητικήσυμβατέσυμβατήσυμβατό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμβατοίσυμβατέςσυμβατά
Γενικήσυμβατώνσυμβατώνσυμβατών
Αιτιατικήσυμβατούςσυμβατέςσυμβατά
Κλητικήσυμβατοίσυμβατέςσυμβατά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →