συμβατός
•
- που καθορίζεται από σύμβαση Βικιλεξικό
- που μπορεί να υπάρξει με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- που ταιριάζει και χρησιμοποιείται με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- πληροφορικήπου μπορεί: Βικιλεξικό
- να εκτελεστεί από συγκεκριμένο υπολογιστή· λέγεται για πρόγραμμα
- να χρησιμοποιηθεί με συγκεκριμένη συσκευή· λέγεται για εξαρτήματα υπολογιστών
- να λειτουργήσει ισοδύναμα με κάποιο, ευρύτερα γνωστό και χρησιμοποιούμενο, σύστημα
- βάσεις δεδομένων, (στο σχεσιακό μοντέλο) συμβατές λέγονται δύο σχέσεις R(A_1,A_2,...A_n) και S(A_1,A_2,...A_n), που έχουν τον ίδιο βαθμό n και τα ίδια πεδία ορισμού για τα στοιχεία των πλειάδων τους, δηλαδή dom(A_i)=dom(B_i) για 1≤i≤n, όπου dom, το αντίστοιχο πεδίο ορισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμβατός < ελληνιστική συμβατός < συμβαίνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμβατός | συμβατή | συμβατό |
| Γενική | συμβατού | συμβατής | συμβατού |
| Αιτιατική | συμβατό | συμβατή | συμβατό |
| Κλητική | συμβατέ | συμβατή | συμβατό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμβατοί | συμβατές | συμβατά |
| Γενική | συμβατών | συμβατών | συμβατών |
| Αιτιατική | συμβατούς | συμβατές | συμβατά |
| Κλητική | συμβατοί | συμβατές | συμβατά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →