συμμορφώνω
•
- κάνω τη συμπεριφορά κάποιου να εναρμονιστεί με κάποιο υπόδειγμα, κανόνα ή υπόδειξη και να διορθωθεί Βικιλεξικό
- Συμμορφώθηκα με τον κανονισμό του τρένου και έσβησα το τσιγάρο.
- συνετίζω, σωφρονίζω Βικιλεξικό
- ευπρεπίζω, τακτοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμμορφώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμμορφ(ῶ), κλίση -όω + -ώνω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική se conformer < σύμμορφος < συμ- + αρχαία ελληνική μορφ(ή)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμμορφώνω | συμμορφώνεις | συμμορφώνει | συμμορφώνουμε | συμμορφώνετε | συμμορφώνουν / συμμορφώνουνε |
| Παρατατικός | συμμόρφωνα | συμμόρφωνες | συμμόρφωνε | συμμορφώναμε | συμμορφώνατε | συμμορφώναν / συμμορφώνανε / συμμόρφωναν |
| Αόριστος | συμμόρφωσα | συμμόρφωσες | συμμόρφωσε | συμμορφώσαμε | συμμορφώσατε | συμμορφώσαν / συμμορφώσανε / συμμόρφωσαν |
| Μέλλοντας | θα συμμορφώνω / θα συμμορφώσω | θα συμμορφώνεις / θα συμμορφώσεις | θα συμμορφώνει / θα συμμορφώσει | θα συμμορφώνουμε / θα συμμορφώσουμε | θα συμμορφώνετε / θα συμμορφώσετε | θα συμμορφώνουν / θα συμμορφώνουνε / θα συμμορφώσουν / θα συμμορφώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συμμορφώσει | έχεις συμμορφώσει | έχει συμμορφώσει | έχουμε συμμορφώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμμορφώσει | είχες συμμορφώσει | είχε συμμορφώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμμορφώσει / να συμμορφώνω / να συμμορφώσω | να έχεις συμμορφώσει / να συμμορφώνεις / να συμμορφώσεις | να έχει συμμορφώσει / να συμμορφώνει / να συμμορφώσει | να έχουμε συμμορφώσει / να συμμορφώνουμε / να συμμορφώσουμε | να συμμορφώνετε / να συμμορφώσετε | να συμμορφώνουν / να συμμορφώνουνε / να συμμορφώσουν / να συμμορφώσουνε |
| Προστακτική | — | συμμόρφωνε / συμμόρφωσε | — | — | συμμορφώνετε / συμμορφώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συμμορφώθηκασυμμορφώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →