Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμμορφώνω

/si.moɾˈfo.no/ρήμα
•
  1. κάνω τη συμπεριφορά κάποιου να εναρμονιστεί με κάποιο υπόδειγμα, κανόνα ή υπόδειξη και να διορθωθεί Βικιλεξικό
    • Συμμορφώθηκα με τον κανονισμό του τρένου και έσβησα το τσιγάρο.
  2. συνετίζω, σωφρονίζω Βικιλεξικό
  3. ευπρεπίζω, τακτοποιώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμμορφώνω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμμορφ(ῶ), κλίση -όω + -ώνω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική se conformer < σύμμορφος < συμ- + αρχαία ελληνική μορφ(ή)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυμμορφώνωσυμμορφώνειςσυμμορφώνεισυμμορφώνουμεσυμμορφώνετεσυμμορφώνουν / συμμορφώνουνε
Παρατατικόςσυμμόρφωνασυμμόρφωνεςσυμμόρφωνεσυμμορφώναμεσυμμορφώνατεσυμμορφώναν / συμμορφώνανε / συμμόρφωναν
Αόριστοςσυμμόρφωσασυμμόρφωσεςσυμμόρφωσεσυμμορφώσαμεσυμμορφώσατεσυμμορφώσαν / συμμορφώσανε / συμμόρφωσαν
Μέλλονταςθα συμμορφώνω / θα συμμορφώσωθα συμμορφώνεις / θα συμμορφώσειςθα συμμορφώνει / θα συμμορφώσειθα συμμορφώνουμε / θα συμμορφώσουμεθα συμμορφώνετε / θα συμμορφώσετεθα συμμορφώνουν / θα συμμορφώνουνε / θα συμμορφώσουν / θα συμμορφώσουνε
Παρακείμενοςέχω συμμορφώσειέχεις συμμορφώσειέχει συμμορφώσειέχουμε συμμορφώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα συμμορφώσειείχες συμμορφώσειείχε συμμορφώσει———
Υποτακτικήνα έχω συμμορφώσει / να συμμορφώνω / να συμμορφώσωνα έχεις συμμορφώσει / να συμμορφώνεις / να συμμορφώσειςνα έχει συμμορφώσει / να συμμορφώνει / να συμμορφώσεινα έχουμε συμμορφώσει / να συμμορφώνουμε / να συμμορφώσουμενα συμμορφώνετε / να συμμορφώσετενα συμμορφώνουν / να συμμορφώνουνε / να συμμορφώσουν / να συμμορφώσουνε
Προστακτική—συμμόρφωνε / συμμόρφωσε——συμμορφώνετε / συμμορφώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

συμμορφώθηκασυμμορφώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →