Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπαθής

/sim.baˈθis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κερδίζει τη συμπάθεια των άλλων, που γίνεται ευχαρίστως αποδεκτός Βικιλεξικό
  2. που γίνεται αποδεκτός με επιείκεια (αν και δεν είναι άριστος) Βικιλεξικό
    • Συμπαθής η ερμηνεία της νεαρής πιανίστριας.

Ετυμολογία

συμπαθής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμπαθής (που νιώθει ή προκαλεί συμπόνια) & λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sympathique < sympathie < αρχαία ελληνική συμπάθεια Μορφολογικά αναλύεται σε συμ- + -παθής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπαθήςσυμπαθήςσυμπαθές
Γενικήσυμπαθούςσυμπαθούςσυμπαθούς
Αιτιατικήσυμπαθήσυμπαθήσυμπαθές
Κλητικήσυμπαθή / συμπαθήςσυμπαθήςσυμπαθές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπαθείςσυμπαθείςσυμπαθή
Γενικήσυμπαθώνσυμπαθώνσυμπαθών
Αιτιατικήσυμπαθείςσυμπαθείςσυμπαθή
Κλητικήσυμπαθείςσυμπαθείςσυμπαθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →