συμπαθής
•
- που κερδίζει τη συμπάθεια των άλλων, που γίνεται ευχαρίστως αποδεκτός Βικιλεξικό
- που γίνεται αποδεκτός με επιείκεια (αν και δεν είναι άριστος) Βικιλεξικό
- Συμπαθής η ερμηνεία της νεαρής πιανίστριας.
Ετυμολογία
συμπαθής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συμπαθής (που νιώθει ή προκαλεί συμπόνια) & λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sympathique < sympathie < αρχαία ελληνική συμπάθεια Μορφολογικά αναλύεται σε συμ- + -παθής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπαθής | συμπαθής | συμπαθές |
| Γενική | συμπαθούς | συμπαθούς | συμπαθούς |
| Αιτιατική | συμπαθή | συμπαθή | συμπαθές |
| Κλητική | συμπαθή / συμπαθής | συμπαθής | συμπαθές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συμπαθείς | συμπαθείς | συμπαθή |
| Γενική | συμπαθών | συμπαθών | συμπαθών |
| Αιτιατική | συμπαθείς | συμπαθείς | συμπαθή |
| Κλητική | συμπαθείς | συμπαθείς | συμπαθή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →