Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπολιτεύομαι

/sim.bo.liˈte.vo.me/ρήμα
•
  1. πολιτικήανήκω ή στηρίζω πολιτική παράταξη που κυβερνά Βικιλεξικό
    • Ένας κόσμος που δεν αντιπολιτεύτηκε μόνο τον Σημίτη, αλλά τον συμπολιτεύτηκε τις ημέρες της εξουσίας του, τον καλεί σήμερα να λογοδοτήσει. (Περικλής Δημητρολόπουλος, Η μοναξιά ενός πρώην πρωθυπουργού, εφημερίδα Τα Νέα, 29 Οκτωβρίου 2018)

Ετυμολογία

συμπολιτεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμπολιτεύομαι (ασκώ αξίωμα μαζί με, αρχαία σημασία: ζω μαζί με < συμ- + πολιτεύομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυμπολιτεύομαισυμπολιτεύεσαισυμπολιτεύεταισυμπολιτευόμαστεσυμπολιτεύεστεσυμπολιτεύονται
Παρατατικόςσυμπολιτευόμουν / συμπολιτευόμουνασυμπολιτευόσουν / συμπολιτευόσουνασυμπολιτευόταν / συμπολιτευότανεσυμπολιτευόμασταν / συμπολιτευόμαστεσυμπολιτευόσασταν / συμπολιτευόσαστεσυμπολιτευόντουσαν / συμπολιτεύονταν
Αόριστοςσυμπολιτεύτηκασυμπολιτεύτηκεςσυμπολιτεύτηκεσυμπολιτευτήκαμεσυμπολιτευτήκατεσυμπολιτευτήκαν / συμπολιτευτήκανε / συμπολιτεύτηκαν
Μέλλονταςθα συμπολιτευτώ / θα συμπολιτεύομαιθα συμπολιτευτείς / θα συμπολιτεύεσαιθα συμπολιτευτεί / θα συμπολιτεύεταιθα συμπολιτευτούμε / θα συμπολιτευόμαστεθα συμπολιτευτείτε / θα συμπολιτεύεστεθα συμπολιτευτούν / θα συμπολιτευτούνε / θα συμπολιτεύονται
Παρακείμενοςέχω συμπολιτευτείέχεις συμπολιτευτείέχει συμπολιτευτεί———
Υπερσυντέλικοςείχα συμπολιτευτείείχες συμπολιτευτείείχε συμπολιτευτεί———
Υποτακτικήνα έχω συμπολιτευτεί / να συμπολιτευτώ / να συμπολιτεύομαινα έχεις συμπολιτευτεί / να συμπολιτευτείς / να συμπολιτεύεσαινα έχει συμπολιτευτεί / να συμπολιτευτεί / να συμπολιτεύεταινα συμπολιτευτούμε / να συμπολιτευόμαστενα συμπολιτευτείτε / να συμπολιτεύεστενα συμπολιτευτούν / να συμπολιτευτούνε / να συμπολιτεύονται
Προστακτική—συμπολιτεύου / συμπολιτεύσου——συμπολιτευτείτε / συμπολιτεύεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →