αντιπολιτεύομαι
•
- πολιτικήασκώ αντιπολίτευση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιπολιτεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντιπολιτεύομαι < ἀντι- (αντι-) + πολιτεύω < πολίτης < πόλις
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιπολιτεύομαι | αντιπολιτεύεσαι | αντιπολιτεύεται | αντιπολιτευόμαστε | αντιπολιτεύεστε | αντιπολιτεύονται |
| Παρατατικός | αντιπολιτευόμουν / αντιπολιτευόμουνα | αντιπολιτευόσουν / αντιπολιτευόσουνα | αντιπολιτευόταν / αντιπολιτευότανε | αντιπολιτευόμασταν / αντιπολιτευόμαστε | αντιπολιτευόσασταν / αντιπολιτευόσαστε | αντιπολιτευόντουσαν / αντιπολιτεύονταν |
| Αόριστος | αντιπολιτεύτηκα | αντιπολιτεύτηκες | αντιπολιτεύτηκε | αντιπολιτευτήκαμε | αντιπολιτευτήκατε | αντιπολιτευτήκαν / αντιπολιτευτήκανε / αντιπολιτεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα αντιπολιτευτώ / θα αντιπολιτεύομαι | θα αντιπολιτευτείς / θα αντιπολιτεύεσαι | θα αντιπολιτευτεί / θα αντιπολιτεύεται | θα αντιπολιτευτούμε / θα αντιπολιτευόμαστε | θα αντιπολιτευτείτε / θα αντιπολιτεύεστε | θα αντιπολιτευτούν / θα αντιπολιτευτούνε / θα αντιπολιτεύονται |
| Παρακείμενος | έχω αντιπολιτευτεί | έχεις αντιπολιτευτεί | έχει αντιπολιτευτεί | έχουμε αντιπολιτευτεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιπολιτευτεί | είχες αντιπολιτευτεί | είχε αντιπολιτευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντιπολιτευτεί / να αντιπολιτευτώ / να αντιπολιτεύομαι | να έχεις αντιπολιτευτεί / να αντιπολιτευτείς / να αντιπολιτεύεσαι | να έχει αντιπολιτευτεί / να αντιπολιτευτεί / να αντιπολιτεύεται | να έχουμε αντιπολιτευτεί / να αντιπολιτευτούμε / να αντιπολιτευόμαστε | να αντιπολιτευτείτε / να αντιπολιτεύεστε | να αντιπολιτευτούν / να αντιπολιτευτούνε / να αντιπολιτεύονται |
| Προστακτική | — | αντιπολιτεύσου | — | — | αντιπολιτευτείτε / αντιπολιτεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →