Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμπτωματικός

/sim.pto.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με σύμπτωση, αναφέρεται ή οφείλεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με τα συμπτώματα μιας ασθένειας ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμπτωματικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή συμπτωματικός < αρχαία ελληνική σύμπτωμα < συμπίπτω < σύν + πίπτω :* για την ιατική < (λόγιο δάνειο) γαλλική symptomatique < ελληνιστική κοινή συμπτωματικός (αντιδάνειο)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπτωματικόςσυμπτωματικήσυμπτωματικό
Γενικήσυμπτωματικούσυμπτωματικήςσυμπτωματικού
Αιτιατικήσυμπτωματικόσυμπτωματικήσυμπτωματικό
Κλητικήσυμπτωματικέσυμπτωματικήσυμπτωματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυμπτωματικοίσυμπτωματικέςσυμπτωματικά
Γενικήσυμπτωματικώνσυμπτωματικώνσυμπτωματικών
Αιτιατικήσυμπτωματικούςσυμπτωματικέςσυμπτωματικά
Κλητικήσυμπτωματικοίσυμπτωματικέςσυμπτωματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →