συμψηφίζω
•
- οικονομίαυπολογίζω το τελικό ποσό που προκύπτει από τα χρέη του καθενός προς τον άλλο Βικιλεξικό
- νομικός όροςσυγχωνεύω κάποιες ποινές που έχουν δοθεί σε κάποιον (ενδεχομένως και με κάποιες που ήδη εκτέλεσε) Βικιλεξικό
- εξισορροπώ επιμέρους επιδόσεις με μέσο όρο, για να μειωθεί η επίδραση χαμηλότερου βαθμού Βικιλεξικό
- αντιμετωπίζω αμοιβαίες ευθύνες ή σφάλματα με τρόπο που να θεωρούνται εξουδετερωμένα ή παραγραμμένα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμψηφίζω < ελληνιστική κοινή συμψηφίζω (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική συμψηφίζω < σύν + ψηφίζω < ψήφος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συμψηφίζω | συμψηφίζεις | συμψηφίζει | συμψηφίζουμε | συμψηφίζετε | συμψηφίζουν / συμψηφίζουνε |
| Παρατατικός | συμψήφιζα | συμψήφιζες | συμψήφιζε | συμψηφίζαμε | συμψηφίζατε | συμψήφιζαν / συμψηφίζαν / συμψηφίζανε |
| Αόριστος | συμψήφισα | συμψήφισες | συμψήφισε | συμψηφίσαμε | συμψηφίσατε | συμψήφισαν / συμψηφίσαν / συμψηφίσανε |
| Μέλλοντας | θα συμψηφίζω / θα συμψηφίσω | θα συμψηφίζεις / θα συμψηφίσεις | θα συμψηφίζει / θα συμψηφίσει | θα συμψηφίζουμε / θα συμψηφίσουμε | θα συμψηφίζετε / θα συμψηφίσετε | θα συμψηφίζουν / θα συμψηφίζουνε / θα συμψηφίσουν / θα συμψηφίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω συμψηφίσει | έχεις συμψηφίσει | έχει συμψηφίσει | έχουμε συμψηφίσει | έχετε συμψηφίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συμψηφίσει | είχες συμψηφίσει | είχε συμψηφίσει | είχαμε συμψηφίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συμψηφίσει / να συμψηφίζω / να συμψηφίσω | να έχεις συμψηφίσει / να συμψηφίζεις / να συμψηφίσεις | να έχει συμψηφίσει / να συμψηφίζει / να συμψηφίσει | να έχουμε συμψηφίσει / να συμψηφίζουμε / να συμψηφίσουμε | να έχετε συμψηφίσει / να συμψηφίζετε / να συμψηφίσετε | να συμψηφίζουν / να συμψηφίζουνε / να συμψηφίσουν / να συμψηφίσουνε |
| Προστακτική | — | συμψήφιζε / συμψήφισε | — | — | συμψηφίζετε / συμψηφίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →