Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συμψηφίζω

ρήμα
•
  1. οικονομίαυπολογίζω το τελικό ποσό που προκύπτει από τα χρέη του καθενός προς τον άλλο Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςσυγχωνεύω κάποιες ποινές που έχουν δοθεί σε κάποιον (ενδεχομένως και με κάποιες που ήδη εκτέλεσε) Βικιλεξικό
  3. εξισορροπώ επιμέρους επιδόσεις με μέσο όρο, για να μειωθεί η επίδραση χαμηλότερου βαθμού Βικιλεξικό
  4. αντιμετωπίζω αμοιβαίες ευθύνες ή σφάλματα με τρόπο που να θεωρούνται εξουδετερωμένα ή παραγραμμένα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συμψηφίζω < ελληνιστική κοινή συμψηφίζω (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική συμψηφίζω < σύν + ψηφίζω < ψήφος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυμψηφίζωσυμψηφίζειςσυμψηφίζεισυμψηφίζουμεσυμψηφίζετεσυμψηφίζουν / συμψηφίζουνε
Παρατατικόςσυμψήφιζασυμψήφιζεςσυμψήφιζεσυμψηφίζαμεσυμψηφίζατεσυμψήφιζαν / συμψηφίζαν / συμψηφίζανε
Αόριστοςσυμψήφισασυμψήφισεςσυμψήφισεσυμψηφίσαμεσυμψηφίσατεσυμψήφισαν / συμψηφίσαν / συμψηφίσανε
Μέλλονταςθα συμψηφίζω / θα συμψηφίσωθα συμψηφίζεις / θα συμψηφίσειςθα συμψηφίζει / θα συμψηφίσειθα συμψηφίζουμε / θα συμψηφίσουμεθα συμψηφίζετε / θα συμψηφίσετεθα συμψηφίζουν / θα συμψηφίζουνε / θα συμψηφίσουν / θα συμψηφίσουνε
Παρακείμενοςέχω συμψηφίσειέχεις συμψηφίσειέχει συμψηφίσειέχουμε συμψηφίσειέχετε συμψηφίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συμψηφίσειείχες συμψηφίσειείχε συμψηφίσειείχαμε συμψηφίσει——
Υποτακτικήνα έχω συμψηφίσει / να συμψηφίζω / να συμψηφίσωνα έχεις συμψηφίσει / να συμψηφίζεις / να συμψηφίσειςνα έχει συμψηφίσει / να συμψηφίζει / να συμψηφίσεινα έχουμε συμψηφίσει / να συμψηφίζουμε / να συμψηφίσουμενα έχετε συμψηφίσει / να συμψηφίζετε / να συμψηφίσετενα συμψηφίζουν / να συμψηφίζουνε / να συμψηφίσουν / να συμψηφίσουνε
Προστακτική—συμψήφιζε / συμψήφισε——συμψηφίζετε / συμψηφίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →