συναντάω
•
- για πρόσωπαβρίσκω κάποιον ή κάτι τυχαία Βικιλεξικό
- Το Μαράκι στη γωνιά θα συναντήση,
- τον καλό της, η Κική θα τον προσμένη
- να φανή, την Πόπη κάποιος θα τολμήση
- το κατόπι της να πάρη, ενώ διαβαίνει.
- Συνάντησα εχθές τον Χρήστο στον δρόμο· είχα να τον δω πολλά χρόνια.
- για πρόσωπαπηγαίνω και βρίσκω κάποιον ή κάτι σε προκαθορισμένο τόπο και χρόνο Βικιλεξικό
- Κανονίσαμε να συναντηθούμε για να πιούμε έναν καφέ και να τα πούμε.
- για πράγματααντιμετωπίζω (δυσκολίες, έναν αντίπαλο) Βικιλεξικό
- Οι δύο ομάδες θα συναντηθούν στην τελική φάση των αγώνων.
- για πράγματααπαντώ, παρατηρώ ότι υπάρχει Βικιλεξικό
- Το φυτό αυτό, το συναντάμε μόνο σε τροπικά κλίματα.
- για πράγματαγια συνύπαρξη συνθηκών ή καταστάσεων σε αλληλεπίδραση Βικιλεξικό
- Τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται. (έκφραση)
Ετυμολογία
συναντάω < συναντ(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συναντῶ, συνηρημένος τύπος του συναντάω < συν- + ἀντάω. Για τις σύγχρονες σημασίες σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική se rencontrer
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συναντάω / συναντώ / συναντώμαι | συναντάς | συναντά / συναντάει | συναντάμε / συναντούμε | συναντάτε | συναντάν / συναντάνε / συναντούν / συναντούνε |
| Παρατατικός | συναντούσα | συναντούσες | συναντούσε | συναντούσαμε | συναντούσατε | συναντούσαν / συναντούσανε |
| Αόριστος | συνάντησα | συνάντησες | συνάντησε | συναντήσαμε | συναντήσατε | συνάντησαν / συναντήσαν / συναντήσανε |
| Μέλλοντας | θα συναντάω / θα συναντήσω / θα συναντώ / θα συναντώμαι | θα συναντάς / θα συναντήσεις | θα συναντά / θα συναντάει / θα συναντήσει | θα συναντάμε / θα συναντήσουμε / θα συναντούμε | θα συναντάτε / θα συναντήσετε | θα συναντάν / θα συναντάνε / θα συναντήσουν / θα συναντήσουνε / θα συναντούν / θα συναντούνε |
| Παρακείμενος | έχω συναντήσει | — | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συναντήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συναντήσει / να συναντάω / να συναντήσω / να συναντώ / να συναντώμαι | να συναντάς / να συναντήσεις | να συναντά / να συναντάει / να συναντήσει | να συναντάμε / να συναντήσουμε / να συναντούμε | να συναντάτε / να συναντήσετε | να συναντάν / να συναντάνε / να συναντήσουν / να συναντήσουνε / να συναντούν / να συναντούνε |
| Προστακτική | — | συνάντα / συνάντησε | — | — | συναντάτε / συναντήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
συναντιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →