Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεκτιμώ

ρήμα
•
  1. συμπεριλαμβάνω ένα στοιχείο στην εκτίμηση ενός πράγματος, καθώς προσπαθώ να διαμορφώσω άποψη για κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνεκτιμώ < συν- + εκτιμώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνεκτιμάω / συνεκτιμώσυνεκτιμάςσυνεκτιμά / συνεκτιμάεισυνεκτιμάμε / συνεκτιμούμεσυνεκτιμάτεσυνεκτιμάν / συνεκτιμάνε / συνεκτιμούν / συνεκτιμούνε
Παρατατικόςσυνεκτιμούσασυνεκτιμούσεςσυνεκτιμούσεσυνεκτιμούσαμεσυνεκτιμούσατεσυνεκτιμούσαν / συνεκτιμούσανε
Αόριστοςσυνεκτίμησασυνεκτίμησεςσυνεκτίμησεσυνεκτιμήσαμεσυνεκτιμήσατεσυνεκτίμησαν / συνεκτιμήσαν / συνεκτιμήσανε
Μέλλονταςθα συνεκτιμάω / θα συνεκτιμήσω / θα συνεκτιμώθα συνεκτιμάς / θα συνεκτιμήσειςθα συνεκτιμά / θα συνεκτιμάει / θα συνεκτιμήσειθα συνεκτιμάμε / θα συνεκτιμήσουμε / θα συνεκτιμούμεθα συνεκτιμάτε / θα συνεκτιμήσετεθα συνεκτιμάν / θα συνεκτιμάνε / θα συνεκτιμήσουν / θα συνεκτιμήσουνε / θα συνεκτιμούν / θα συνεκτιμούνε
Παρακείμενοςέχω συνεκτιμήσειέχεις συνεκτιμήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα συνεκτιμήσει—————
Υποτακτικήνα έχω συνεκτιμήσει / να συνεκτιμάω / να συνεκτιμήσω / να συνεκτιμώνα έχεις συνεκτιμήσει / να συνεκτιμάς / να συνεκτιμήσειςνα συνεκτιμά / να συνεκτιμάει / να συνεκτιμήσεινα συνεκτιμάμε / να συνεκτιμήσουμε / να συνεκτιμούμενα συνεκτιμάτε / να συνεκτιμήσετενα συνεκτιμάν / να συνεκτιμάνε / να συνεκτιμήσουν / να συνεκτιμήσουνε / να συνεκτιμούν / να συνεκτιμούνε
Προστακτική—συνεκτίμα / συνεκτίμαγε / συνεκτίμησε——συνεκτιμάτε / συνεκτιμήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →