συνεκτιμώ
•
- συμπεριλαμβάνω ένα στοιχείο στην εκτίμηση ενός πράγματος, καθώς προσπαθώ να διαμορφώσω άποψη για κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεκτιμώ < συν- + εκτιμώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνεκτιμάω / συνεκτιμώ | συνεκτιμάς | συνεκτιμά / συνεκτιμάει | συνεκτιμάμε / συνεκτιμούμε | συνεκτιμάτε | συνεκτιμάν / συνεκτιμάνε / συνεκτιμούν / συνεκτιμούνε |
| Παρατατικός | συνεκτιμούσα | συνεκτιμούσες | συνεκτιμούσε | συνεκτιμούσαμε | συνεκτιμούσατε | συνεκτιμούσαν / συνεκτιμούσανε |
| Αόριστος | συνεκτίμησα | συνεκτίμησες | συνεκτίμησε | συνεκτιμήσαμε | συνεκτιμήσατε | συνεκτίμησαν / συνεκτιμήσαν / συνεκτιμήσανε |
| Μέλλοντας | θα συνεκτιμάω / θα συνεκτιμήσω / θα συνεκτιμώ | θα συνεκτιμάς / θα συνεκτιμήσεις | θα συνεκτιμά / θα συνεκτιμάει / θα συνεκτιμήσει | θα συνεκτιμάμε / θα συνεκτιμήσουμε / θα συνεκτιμούμε | θα συνεκτιμάτε / θα συνεκτιμήσετε | θα συνεκτιμάν / θα συνεκτιμάνε / θα συνεκτιμήσουν / θα συνεκτιμήσουνε / θα συνεκτιμούν / θα συνεκτιμούνε |
| Παρακείμενος | έχω συνεκτιμήσει | έχεις συνεκτιμήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνεκτιμήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνεκτιμήσει / να συνεκτιμάω / να συνεκτιμήσω / να συνεκτιμώ | να έχεις συνεκτιμήσει / να συνεκτιμάς / να συνεκτιμήσεις | να συνεκτιμά / να συνεκτιμάει / να συνεκτιμήσει | να συνεκτιμάμε / να συνεκτιμήσουμε / να συνεκτιμούμε | να συνεκτιμάτε / να συνεκτιμήσετε | να συνεκτιμάν / να συνεκτιμάνε / να συνεκτιμήσουν / να συνεκτιμήσουνε / να συνεκτιμούν / να συνεκτιμούνε |
| Προστακτική | — | συνεκτίμα / συνεκτίμαγε / συνεκτίμησε | — | — | συνεκτιμάτε / συνεκτιμήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →