Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνεκφωνώ

ρήμα
•
  1. γραμματικήσυμπροφέρω, συνεκφέρω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συνεκφωνώ < ελληνιστική κοινή συνεκφωνέω / συνεκφωνῶ < αρχαία ελληνική ἐκφωνέω < φωνή

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνεκφωνώσυνεκφωνείςσυνεκφωνείσυνεκφωνούμεσυνεκφωνείτεσυνεκφωνούν / συνεκφωνούνε
Παρατατικόςσυνεκφωνούσασυνεκφωνούσεςσυνεκφωνούσεσυνεκφωνούσαμεσυνεκφωνούσατεσυνεκφωνούσαν / συνεκφωνούσανε
Αόριστοςσυνεκφώνησασυνεκφώνησεςσυνεκφώνησεσυνεκφωνήσαμεσυνεκφωνήσατεσυνεκφωνήσαν / συνεκφωνήσανε / συνεκφώνησαν
Μέλλονταςθα συνεκφωνήσω / θα συνεκφωνώθα συνεκφωνήσεις / θα συνεκφωνείςθα συνεκφωνήσει / θα συνεκφωνείθα συνεκφωνήσουμε / θα συνεκφωνούμεθα συνεκφωνήσετε / θα συνεκφωνείτεθα συνεκφωνήσουν / θα συνεκφωνήσουνε / θα συνεκφωνούν / θα συνεκφωνούνε
Παρακείμενοςέχω συνεκφωνήσειέχεις συνεκφωνήσειέχει συνεκφωνήσειέχουμε συνεκφωνήσειέχετε συνεκφωνήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συνεκφωνήσειείχες συνεκφωνήσειείχε συνεκφωνήσειείχαμε συνεκφωνήσει——
Υποτακτικήνα έχω συνεκφωνήσει / να συνεκφωνήσω / να συνεκφωνώνα έχεις συνεκφωνήσει / να συνεκφωνήσεις / να συνεκφωνείςνα έχει συνεκφωνήσει / να συνεκφωνήσει / να συνεκφωνείνα έχουμε συνεκφωνήσει / να συνεκφωνήσουμε / να συνεκφωνούμενα έχετε συνεκφωνήσει / να συνεκφωνήσετε / να συνεκφωνείτενα συνεκφωνήσουν / να συνεκφωνήσουνε / να συνεκφωνούν / να συνεκφωνούνε
Προστακτική—συνεκφώνει / συνεκφώνησε——συνεκφωνήστε / συνεκφωνείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →