συνεκφωνώ
•
- γραμματικήσυμπροφέρω, συνεκφέρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συνεκφωνώ < ελληνιστική κοινή συνεκφωνέω / συνεκφωνῶ < αρχαία ελληνική ἐκφωνέω < φωνή
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | συνεκφωνώ | συνεκφωνείς | συνεκφωνεί | συνεκφωνούμε | συνεκφωνείτε | συνεκφωνούν / συνεκφωνούνε |
| Παρατατικός | συνεκφωνούσα | συνεκφωνούσες | συνεκφωνούσε | συνεκφωνούσαμε | συνεκφωνούσατε | συνεκφωνούσαν / συνεκφωνούσανε |
| Αόριστος | συνεκφώνησα | συνεκφώνησες | συνεκφώνησε | συνεκφωνήσαμε | συνεκφωνήσατε | συνεκφωνήσαν / συνεκφωνήσανε / συνεκφώνησαν |
| Μέλλοντας | θα συνεκφωνήσω / θα συνεκφωνώ | θα συνεκφωνήσεις / θα συνεκφωνείς | θα συνεκφωνήσει / θα συνεκφωνεί | θα συνεκφωνήσουμε / θα συνεκφωνούμε | θα συνεκφωνήσετε / θα συνεκφωνείτε | θα συνεκφωνήσουν / θα συνεκφωνήσουνε / θα συνεκφωνούν / θα συνεκφωνούνε |
| Παρακείμενος | έχω συνεκφωνήσει | έχεις συνεκφωνήσει | έχει συνεκφωνήσει | έχουμε συνεκφωνήσει | έχετε συνεκφωνήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα συνεκφωνήσει | είχες συνεκφωνήσει | είχε συνεκφωνήσει | είχαμε συνεκφωνήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω συνεκφωνήσει / να συνεκφωνήσω / να συνεκφωνώ | να έχεις συνεκφωνήσει / να συνεκφωνήσεις / να συνεκφωνείς | να έχει συνεκφωνήσει / να συνεκφωνήσει / να συνεκφωνεί | να έχουμε συνεκφωνήσει / να συνεκφωνήσουμε / να συνεκφωνούμε | να έχετε συνεκφωνήσει / να συνεκφωνήσετε / να συνεκφωνείτε | να συνεκφωνήσουν / να συνεκφωνήσουνε / να συνεκφωνούν / να συνεκφωνούνε |
| Προστακτική | — | συνεκφώνει / συνεκφώνησε | — | — | συνεκφωνήστε / συνεκφωνείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →