Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύνθετος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται από περισσότερα από ένα μέρη Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπολύπλοκος ή δυσεπίλυτος Βικιλεξικό
    • η παρούσα κρίση αποτελεί ένα σύνθετο πρόβλημα που απαιτεί λεπτούς χειρισμούς σε πολλά επίπεδα
  3. γραμματικήγια λέξη που αποτελείται από δύο ή περισσότερα συνθετικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύνθετος < αρχαία ελληνική σύνθετος < σύν + τίθημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσύνθετοςσύνθετησύνθετο
Γενικήσύνθετουσύνθετηςσύνθετου
Αιτιατικήσύνθετοσύνθετησύνθετο
Κλητικήσύνθετεσύνθετησύνθετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσύνθετοισύνθετεςσύνθετα
Γενικήσύνθετωνσύνθετωνσύνθετων
Αιτιατικήσύνθετουςσύνθετεςσύνθετα
Κλητικήσύνθετοισύνθετεςσύνθετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →