Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνοικία

/si.niˈci.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τμήμα ενός οικισμού (πόλης, κωμόπολης κ.λπ.) με συγκεκριμένα όρια και χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
    • Έχω ένα δωμάτιο στον Ταύρο. Τη συνοικία κάτω κάτω στην οδό Πειραιώς.
    • Ο μπακάλης της συνοικίας είχεν ακόμη ανοικτόν το εργαστήριόν του. Μετέβην και έφερα μίαν οκάν κρασί και αρκετά φουντούκια και εκαθίσαμεν επί αρκετήν ώραν πίνοντες ευθύμως παρά το θαυματουργόν τραπέζιον (Χαράλαμπος Άννινος, Αττικαί ημέραι, Α, 1894)
    • Τι σπίτι; Μια μεζονέτα που ο Ρίκος τη χάζευε με ανοιχτό το στόμα, μην μπορώντας να χωνέψει την ιδέα πως θα έμενε σʼ αυτήν τη μεγαλοαστική συνοικία.

Ετυμολογία

συνοικία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συνοικία (κοινότητα, συγκρότημα κατοικιών), ελληνιστική σημασία: χωριό Μορφολογικά αναλύεται σε συν- + οικία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυνοικίασυνοικίες
Γενικήσυνοικίαςσυνοικιών
Αιτιατικήσυνοικίασυνοικίες
Κλητικήσυνοικίασυνοικίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →