Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνταγογραφούμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που συνταγογραφείται Βικιλεξικό
    • Προκειμένου να διασφαλιστεί η πρόσβαση σε φάρμακα, από τον Ιούνιο του 2019, στο πλαίσιο του νέου Γενικού Συστήματος Υγείας, οι δικαιούχοι καταβάλλουν κατ' αποκοπή συμμετοχή (συμπληρωμή) μόλις 1 EUR για το φθηνότερο γενόσημο ισοδύναμο του συνταγογραφούμενου φαρμάκου... Σε περίπτωση που οι ασθενείς επιθυμούν να αγοράσουν το πρωτότυπο φάρμακο, πρέπει να καταβάλουν τη διαφορά τιμής μεταξύ του φθηνότερου γενόσημου και του πρωτότυπου προϊόντος (Κύπρος: Προφίλ Υγείας 2019, OECD, European Observatory on Health Systems and Policies, 2019, σελ. 13)

Ετυμολογία

συνταγογραφούμενος: μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος συνταγογραφώ

Άλλοι τύποι

συνταγογραφούμενασυνταγογραφούμενεσυνταγογραφούμενεςσυνταγογραφούμενησυνταγογραφούμενηςσυνταγογραφούμενοσυνταγογραφούμενοισυνταγογραφούμενοςσυνταγογραφούμενουσυνταγογραφούμενουςσυνταγογραφούμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →