Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συνταγογραφώ

ρήμα
•
  1. συντάσσω συνταγή Βικιλεξικό
    • Με το νέο σύστημα ο γιατρός θα συνταγογραφεί στον ηλεκτρονικό υπολογιστή με τον ΑΜΚΑ του ασθενούς τη διάγνωση, το φάρμακο που χρειάζεται, την ποσότητα, τη δοσολογία και την οικονομική συμμετοχή του ασθενούς. (*)

Ετυμολογία

συνταγογραφώ < συνταγογραφία + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσυνταγογραφώσυνταγογραφείςσυνταγογραφείσυνταγογραφούμεσυνταγογραφείτεσυνταγογραφούν / συνταγογραφούνε
Παρατατικόςσυνταγογραφούσασυνταγογραφούσεςσυνταγογραφούσεσυνταγογραφούσαμεσυνταγογραφούσατεσυνταγογραφούσαν / συνταγογραφούσανε
Αόριστοςσυνταγογράφησασυνταγογράφησεςσυνταγογράφησεσυνταγογραφήσαμεσυνταγογραφήσατεσυνταγογράφησαν / συνταγογραφήσαν / συνταγογραφήσανε
Μέλλονταςθα συνταγογραφήσω / θα συνταγογραφώθα συνταγογραφήσεις / θα συνταγογραφείςθα συνταγογραφήσει / θα συνταγογραφείθα συνταγογραφήσουμε / θα συνταγογραφούμεθα συνταγογραφήσετε / θα συνταγογραφείτεθα συνταγογραφήσουν / θα συνταγογραφήσουνε / θα συνταγογραφούν / θα συνταγογραφούνε
Παρακείμενοςέχω συνταγογραφήσειέχεις συνταγογραφήσειέχει συνταγογραφήσειέχουμε συνταγογραφήσειέχετε συνταγογραφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα συνταγογραφήσειείχες συνταγογραφήσειείχε συνταγογραφήσειείχαμε συνταγογραφήσει——
Υποτακτικήνα έχω συνταγογραφήσει / να συνταγογραφήσω / να συνταγογραφώνα έχεις συνταγογραφήσει / να συνταγογραφήσεις / να συνταγογραφείςνα έχει συνταγογραφήσει / να συνταγογραφήσει / να συνταγογραφείνα έχουμε συνταγογραφήσει / να συνταγογραφήσουμε / να συνταγογραφούμενα έχετε συνταγογραφήσει / να συνταγογραφήσετε / να συνταγογραφείτενα συνταγογραφήσουν / να συνταγογραφήσουνε / να συνταγογραφούν / να συνταγογραφούνε
Προστακτική—συνταγογράφει / συνταγογράφησε——συνταγογραφήστε / συνταγογραφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →