συντακτικός
•
- γραμματικήπου έχει σχέση με τη σύνταξη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με τη σύνταξη ενός εντύπου και τους συντάκτες ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοσυντακτικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συντακτικός < ελληνιστική κοινή συντακτικός < αρχαία ελληνική συντάσσω < τάσσω / τάττω ::((γραμματική) σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική syntaxique ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική syntactic / σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική syntactical) ::((πολιτική) σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική constituant)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συντακτικός | συντακτική | συντακτικό |
| Γενική | συντακτικού | συντακτικής | συντακτικού |
| Αιτιατική | συντακτικό | συντακτική | συντακτικό |
| Κλητική | συντακτικέ | συντακτική | συντακτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συντακτικοί | συντακτικές | συντακτικά |
| Γενική | συντακτικών | συντακτικών | συντακτικών |
| Αιτιατική | συντακτικούς | συντακτικές | συντακτικά |
| Κλητική | συντακτικοί | συντακτικές | συντακτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →