Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συντακτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γραμματικήπου έχει σχέση με τη σύνταξη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με τη σύνταξη ενός εντύπου και τους συντάκτες ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοσυντακτικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συντακτικός < ελληνιστική κοινή συντακτικός < αρχαία ελληνική συντάσσω < τάσσω / τάττω ::((γραμματική) σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική syntaxique ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική syntactic / σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική syntactical) ::((πολιτική) σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική constituant)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυντακτικόςσυντακτικήσυντακτικό
Γενικήσυντακτικούσυντακτικήςσυντακτικού
Αιτιατικήσυντακτικόσυντακτικήσυντακτικό
Κλητικήσυντακτικέσυντακτικήσυντακτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσυντακτικοίσυντακτικέςσυντακτικά
Γενικήσυντακτικώνσυντακτικώνσυντακτικών
Αιτιατικήσυντακτικούςσυντακτικέςσυντακτικά
Κλητικήσυντακτικοίσυντακτικέςσυντακτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →