Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

συντυχιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του συντυχαίνω Βικιλεξικό
    • 19ος αιώνας, Γεώργιος Βιζυηνός, Ἀτθίδες Αὖραι, Ἔρωτος Τέχναι, (1883), (απόσπασμα), στίχ. 8 (1-8)

Ετυμολογία

συντυχιά < αρχαία ελληνική συντυχία με συνίζηση < συντυγχάνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυντυχιάσυντυχιές
Γενικήσυντυχιάςσυντυχιών
Αιτιατικήσυντυχιάσυντυχιές
Κλητικήσυντυχιάσυντυχιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

συντυχία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τυχαία συνάντηση Βικιλεξικό
  2. σύμπτωση Βικιλεξικό
  3. συγκυρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

συντυχία < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσυντυχίασυντυχίες
Γενικήσυντυχίαςσυντυχιών
Αιτιατικήσυντυχίασυντυχίες
Κλητικήσυντυχίασυντυχίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →