σύνθετο
•
- γραμματικήσύνθετη λέξη που δημιουργείται με τη διαδικασία της σύνθεσης Βικιλεξικό
- έπιπλο για το σαλόνι με πολλές χρήσεις (π.χ. βιβλιοθήκη, χώρος για γυαλικά, μπαρ κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύνθετο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου σύνθετος. Εννοείται το ουσιαστικό λέξη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύνθετο | σύνθετα |
| Γενική | συνθέτου / σύνθετου | συνθέτων / σύνθετων |
| Αιτιατική | σύνθετο | σύνθετα |
| Κλητική | σύνθετο | σύνθετα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →