Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύσσωμος

/ˈsi.so.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για σύνολο ατόμων που ενεργούν μαζικά και σαν να είναι ένας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύσσωμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σύσσωμος (ενωμένος σε ένα σώμα) < σύν (σύσ-) + αρχαία ελληνική σῶμ(α) + -ος, μορφολογικά αναλύεται συσ- + -σωμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσύσσωμοςσύσσωμησύσσωμο
Γενικήσύσσωμουσύσσωμηςσύσσωμου
Αιτιατικήσύσσωμοσύσσωμησύσσωμο
Κλητικήσύσσωμεσύσσωμησύσσωμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσύσσωμοισύσσωμεςσύσσωμα
Γενικήσύσσωμωνσύσσωμωνσύσσωμων
Αιτιατικήσύσσωμουςσύσσωμεςσύσσωμα
Κλητικήσύσσωμοισύσσωμεςσύσσωμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →