Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τιμάριθμος

/tiˈma.ɾi.θmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οικονομίαδείκτης για τη μέτρηση του κόστους της διαβίωσης, που βασίζεται στις μεταβολές των τιμών των αγαθών ανάμεσα σε δύο χρονικές περιόδους Βικιλεξικό
    • άνοδος / πτώση του τιμάριθμου
    • Ανησυχητική παραμένει ωστόσο η άνοδος του πληθωρισμού στα τρόφιμα και μη αλκοολούχα, κατά 11,6%, από 11,4% τον Απρίλιο, με ρυθμό τετραπλάσιο από τον εθνικό τιμάριθμο. (www.efsyn.gr, 10.06.2023)

Ετυμολογία

τιμάριθμος < τιμή + αριθμός + -ος ((μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Wertzahl ή (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική price index)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτιμάριθμοςτιμάριθμοι
Γενικήτιμάριθμου / τιμαρίθμουτιμάριθμων / τιμαρίθμων
Αιτιατικήτιμάριθμοτιμάριθμους / τιμαρίθμους
Κλητικήτιμάριθμετιμάριθμοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →