τμηματικός
•
- που έχει σχέση με κάποιο τμήμα ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- που γίνεται ανά τμήματα κι όχι ολοκληρωμένο εξ αρχής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τμηματικός < τμήμα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τμηματικός | τμηματική | τμηματικό |
| Γενική | τμηματικού | τμηματικής | τμηματικού |
| Αιτιατική | τμηματικό | τμηματική | τμηματικό |
| Κλητική | τμηματικέ | τμηματική | τμηματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τμηματικοί | τμηματικές | τμηματικά |
| Γενική | τμηματικών | τμηματικών | τμηματικών |
| Αιτιατική | τμηματικούς | τμηματικές | τμηματικά |
| Κλητική | τμηματικοί | τμηματικές | τμηματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →