τονίζω
•
- γλωσσολογίαβάζω τον τόνο σε μια λέξη Βικιλεξικό
- προφέρω μια λέξη ή μια συλλαβή με ιδιαίτερη ένταση Βικιλεξικό
- λέω κάτι με έμφαση, υπογραμμίζω Βικιλεξικό
- Ο ομιλητής τόνισε την ανάγκη να ληφθούν πρόσθετα μέτρα.
- Σας τονίζω ότι η συμπεριφορά σας δεν είναι πρέπουσα
- κάνω κάτι να φαίνεται ή να ξεχωρίζει καλύτερα Βικιλεξικό
- παρωχημένομελοποιώ Βικιλεξικό
- γραμματικήβάζω τόνο σε μια λέξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τονίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τονίζω (βάζω τόνο σε λέξη) < αρχαία ελληνική τόνος :* για τις σημασίες: «προφέρω τονισμένα», ή «δίνω έμφαση» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική accentuer
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τονίζω | τονίζεις | τονίζει | τονίζουμε | τονίζετε | τονίζουν / τονίζουνε |
| Παρατατικός | τόνιζα | τόνιζες | τόνιζε | τονίζαμε | τονίζατε | τονίζαν / τονίζανε / τόνιζαν |
| Αόριστος | τόνισα | τόνισες | τόνισε | τονίσαμε | τονίσατε | τονίσαν / τονίσανε / τόνισαν |
| Μέλλοντας | θα τονίζω / θα τονίσω | θα τονίζεις / θα τονίσεις | θα τονίζει / θα τονίσει | θα τονίζουμε / θα τονίσουμε | θα τονίζετε / θα τονίσετε | θα τονίζουν / θα τονίζουνε / θα τονίσουν / θα τονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τονίσει | έχεις τονίσει | έχει τονίσει | έχουμε τονίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τονίσει | είχες τονίσει | είχε τονίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τονίσει / να τονίζω / να τονίσω | να έχεις τονίσει / να τονίζεις / να τονίσεις | να έχει τονίσει / να τονίζει / να τονίσει | να έχουμε τονίσει / να τονίζουμε / να τονίσουμε | να τονίζετε / να τονίσετε | να τονίζουν / να τονίζουνε / να τονίσουν / να τονίσουνε |
| Προστακτική | — | τόνιζε / τόνισε | — | — | τονίζετε / τονίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τονίστηκατονίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →