Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τονισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γραμματικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τονίζω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τονίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τονισμός < μεσαιωνική ελληνική τονισμός < ελληνιστική κοινή τονίζω < αρχαία ελληνική τόνος < τείνω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική accentuation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτονισμόςτονισμοί
Γενικήτονισμούτονισμών
Αιτιατικήτονισμότονισμούς
Κλητικήτονισμέτονισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →