Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τονικός

/to.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με τον τόνο: Βικιλεξικό
    • τονικός κανόνας
  2. που σχετίζεται με τον τόνο: Βικιλεξικό
    • τονική ισότητα
  3. που αναφέρεται στον τόνο των μυών Βικιλεξικό
    • τονικός σπασμός

Ετυμολογία

τονικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τονικός και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tonal, tonique < λατινική tonicus < ελληνιστική κοινή τονικός. Μορφολογικά αναλύεται σε τόν(ος) + -ικός : (τόνος μυών) < (λόγιο δάνειο) γαλλική tonique

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτονικόςτονικήτονικό
Γενικήτονικούτονικήςτονικού
Αιτιατικήτονικότονικήτονικό
Κλητικήτονικέτονικήτονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτονικοίτονικέςτονικά
Γενικήτονικώντονικώντονικών
Αιτιατικήτονικούςτονικέςτονικά
Κλητικήτονικοίτονικέςτονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →