τουρίστας
•
- αυτός που ταξιδεύει για ευχαρίστηση ή διακοπές κι όχι για δουλειά Βικιλεξικό
- Τα μεσημέρια είχε δουλειά μόνο τα καλοκαίρια που έρχονταν οι τουρίστες. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
- Ύστερα έδωσε εξετάσεις και πήρε το δίπλωμα του κυβερνήτου και αμέσως ανέλαβε τη διακυβέρνηση μιας ιδιόκτητης επαγγελματικής θαλαμηγού, που τη νοικιάζει σε τουρίστες για κρουαζιέρες στο Αιγαίο. (Γιώργος Κόμης, Ο Πειραιάς και οι άνθρωποί του: 1901-2001, εκδ. Ιωλκός, 2002, σελ. 316)
- ο περιηγητής, ο ταξιδιώτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τουρίστας < (άμεσο δάνειο) ιταλική turista + -ς < αγγλική tourist ή γαλλική touriste < tour, γύρος, περιήγηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τουρίστας | τουρίστες |
| Γενική | τουρίστα | τουριστών |
| Αιτιατική | τουρίστα | τουρίστες |
| Κλητική | τουρίστα | τουρίστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →