τριζοκόπημα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του τριζοκοπώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τριζοκόπημα < τριζοκοπώ + -μα < τρίζω + -ο- + -κοπώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τριζοκόπημα | τριζοκοπήματα |
| Γενική | τριζοκοπήματος | τριζοκοπημάτων |
| Αιτιατική | τριζοκόπημα | τριζοκοπήματα |
| Κλητική | τριζοκόπημα | τριζοκοπήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →