Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τριζοκοπώ

ρήμα
•
  1. τρίζω πολύ κι εξακολουθητικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τριζοκοπώ < τρίζω + -ο- + -κοπώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτριζοκοπάω / τριζοκοπώτριζοκοπάςτριζοκοπά / τριζοκοπάειτριζοκοπάμε / τριζοκοπούμετριζοκοπάτετριζοκοπάν / τριζοκοπάνε / τριζοκοπούν / τριζοκοπούνε
Παρατατικόςτριζοκοπούσατριζοκοπούσεςτριζοκοπούσετριζοκοπούσαμετριζοκοπούσατετριζοκοπούσαν / τριζοκοπούσανε
Αόριστοςτριζοκόπησατριζοκόπησεςτριζοκόπησετριζοκοπήσαμετριζοκοπήσατετριζοκοπήσαν / τριζοκοπήσανε / τριζοκόπησαν
Μέλλονταςθα τριζοκοπάω / θα τριζοκοπήσω / θα τριζοκοπώθα τριζοκοπάς / θα τριζοκοπήσειςθα τριζοκοπά / θα τριζοκοπάει / θα τριζοκοπήσειθα τριζοκοπάμε / θα τριζοκοπήσουμε / θα τριζοκοπούμεθα τριζοκοπάτε / θα τριζοκοπήσετεθα τριζοκοπάν / θα τριζοκοπάνε / θα τριζοκοπήσουν / θα τριζοκοπήσουνε / θα τριζοκοπούν / θα τριζοκοπούνε
Παρακείμενοςέχω τριζοκοπήσειέχεις τριζοκοπήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα τριζοκοπήσει—————
Υποτακτικήνα έχω τριζοκοπήσει / να τριζοκοπάω / να τριζοκοπήσω / να τριζοκοπώνα έχεις τριζοκοπήσει / να τριζοκοπάς / να τριζοκοπήσειςνα τριζοκοπά / να τριζοκοπάει / να τριζοκοπήσεινα τριζοκοπάμε / να τριζοκοπήσουμε / να τριζοκοπούμενα τριζοκοπάτε / να τριζοκοπήσετενα τριζοκοπάν / να τριζοκοπάνε / να τριζοκοπήσουν / να τριζοκοπήσουνε / να τριζοκοπούν / να τριζοκοπούνε
Προστακτική—τριζοκόπα / τριζοκόπαγε / τριζοκόπησε——τριζοκοπάτε / τριζοκοπήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →