τριζοκοπώ
•
- τρίζω πολύ κι εξακολουθητικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τριζοκοπώ < τρίζω + -ο- + -κοπώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τριζοκοπάω / τριζοκοπώ | τριζοκοπάς | τριζοκοπά / τριζοκοπάει | τριζοκοπάμε / τριζοκοπούμε | τριζοκοπάτε | τριζοκοπάν / τριζοκοπάνε / τριζοκοπούν / τριζοκοπούνε |
| Παρατατικός | τριζοκοπούσα | τριζοκοπούσες | τριζοκοπούσε | τριζοκοπούσαμε | τριζοκοπούσατε | τριζοκοπούσαν / τριζοκοπούσανε |
| Αόριστος | τριζοκόπησα | τριζοκόπησες | τριζοκόπησε | τριζοκοπήσαμε | τριζοκοπήσατε | τριζοκοπήσαν / τριζοκοπήσανε / τριζοκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα τριζοκοπάω / θα τριζοκοπήσω / θα τριζοκοπώ | θα τριζοκοπάς / θα τριζοκοπήσεις | θα τριζοκοπά / θα τριζοκοπάει / θα τριζοκοπήσει | θα τριζοκοπάμε / θα τριζοκοπήσουμε / θα τριζοκοπούμε | θα τριζοκοπάτε / θα τριζοκοπήσετε | θα τριζοκοπάν / θα τριζοκοπάνε / θα τριζοκοπήσουν / θα τριζοκοπήσουνε / θα τριζοκοπούν / θα τριζοκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω τριζοκοπήσει | έχεις τριζοκοπήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τριζοκοπήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τριζοκοπήσει / να τριζοκοπάω / να τριζοκοπήσω / να τριζοκοπώ | να έχεις τριζοκοπήσει / να τριζοκοπάς / να τριζοκοπήσεις | να τριζοκοπά / να τριζοκοπάει / να τριζοκοπήσει | να τριζοκοπάμε / να τριζοκοπήσουμε / να τριζοκοπούμε | να τριζοκοπάτε / να τριζοκοπήσετε | να τριζοκοπάν / να τριζοκοπάνε / να τριζοκοπήσουν / να τριζοκοπήσουνε / να τριζοκοπούν / να τριζοκοπούνε |
| Προστακτική | — | τριζοκόπα / τριζοκόπαγε / τριζοκόπησε | — | — | τριζοκοπάτε / τριζοκοπήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →