τραγουδάω
•
- αρθρώνω λέξεις ή ήχους με ορισμένο ρυθμό και αλλαγές στη συχνότητα του ήχου, ακολουθώ μια μελωδία Βικιλεξικό
- για πουλιάκελαηδώ, παράγω ευχάριστους και μελωδικούς ήχους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τραγουδάω < τραγουδ(ώ) + άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τραγουδῶ < αρχαία ελληνική τραγῳδέω / τραγῳδῶ < τράγος + ᾄδω :Η σημερινή σημασία της λέξης υφίσταται ήδη από τον 1ο αιώνα κε.
Άλλοι τύποι
τραγουδήθηκατραγουδιέμαιτραγουδισμένοςτραγουδώτραγούδησα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →