Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσαγκάρης

/tsaŋˈga.ɾis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμααυτός του οποίου το επάγγελμα είναι να κατασκευάζει ή να επισκευάζει υποδήματα Βικιλεξικό
    • Ἄλλο ἂν εἶμαι ἀκαμάτης ἐγώ, ἂς ποῦμε, ἢ ὁ Παῦλος... ὁ γιός μου δουλεύει, τὸ κορίτσι πάει στὴν μοδίστρα. Καὶ μ᾽ ὅλα αὐτά, δὲν μποροῦμε ἀκόμα νὰ βγάλουμε τὰ νοίκια τῆς κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε γιὰ τὴ σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε γιὰ τὸν μπακάλη, γιὰ τὸ μανάβη, γιὰ τὸν τσαγκάρη, γιὰ τὸν ἔμπορο. Ἡ κόρη θέλει τὸ λοῦσό της, ὁ νέος θέλει τὸ καφενεῖό του, τὸ ροῦχό του, τὸ γλέντι του. Ὕστερα, κάμε προκοπή...

Ετυμολογία

τσαγκάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική τσαγκάρης / τσαγγάρης / τζαγγάρης / τζαγκάρης < τσαγκάριος / τζαγγάριος < ελληνιστική κοινή τζαγκάριος / [τ]σανγάριος / σαγγάριος < τζάγγη / τζάγγα < παρθική (πβ. περσικά: ظانگا)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτσαγκάρηςτσαγκάρηδες
Γενικήτσαγκάρητσαγκάρηδων
Αιτιατικήτσαγκάρητσαγκάρηδες
Κλητικήτσαγκάρητσαγκάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →