τσερβέλο
•
- οικείοτο μυαλό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τσερβέλο < (άμεσο δάνειο) ιταλική cervello (εγκέφαλος) < λατινική cerebellum < cerebrum < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱara-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τσερβέλο | τσερβέλα |
| Γενική | τσερβέλου | τσερβέλων |
| Αιτιατική | τσερβέλο | τσερβέλα |
| Κλητική | τσερβέλο | τσερβέλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →