υβρίζω
•
- λόγιοβρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υβρίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑβρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υβρίζω | υβρίζεις | υβρίζει | υβρίζουμε | υβρίζετε | υβρίζουν / υβρίζουνε |
| Παρατατικός | ύβριζα | ύβριζες | ύβριζε | υβρίζαμε | υβρίζατε | υβρίζαν / υβρίζανε / ύβριζαν |
| Αόριστος | ύβρισα | ύβρισες | ύβρισε | υβρίσαμε | υβρίσατε | υβρίσαν / υβρίσανε / ύβρισαν |
| Μέλλοντας | θα υβρίζω / θα υβρίσω | θα υβρίζεις / θα υβρίσεις | θα υβρίζει / θα υβρίσει | θα υβρίζουμε / θα υβρίσουμε | θα υβρίζετε / θα υβρίσετε | θα υβρίζουν / θα υβρίζουνε / θα υβρίσουν / θα υβρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υβρίσει | έχεις υβρίσει | έχει υβρίσει | έχουμε υβρίσει | έχετε υβρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υβρίσει | είχες υβρίσει | είχε υβρίσει | είχαμε υβρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υβρίσει / να υβρίζω / να υβρίσω | να έχεις υβρίσει / να υβρίζεις / να υβρίσεις | να έχει υβρίσει / να υβρίζει / να υβρίσει | να έχουμε υβρίσει / να υβρίζουμε / να υβρίσουμε | να έχετε υβρίσει / να υβρίζετε / να υβρίσετε | να υβρίζουν / να υβρίζουνε / να υβρίσουν / να υβρίσουνε |
| Προστακτική | — | ύβριζε / ύβρισε | — | — | υβρίζετε / υβρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →