Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπεργολαβικός

/i.peɾ.ɣo.la.viˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με υπεργολάβο ή υπεργολαβία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπεργολαβικός < υπεργολάβος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπεργολαβικόςυπεργολαβικήυπεργολαβικό
Γενικήυπεργολαβικούυπεργολαβικήςυπεργολαβικού
Αιτιατικήυπεργολαβικόυπεργολαβικήυπεργολαβικό
Κλητικήυπεργολαβικέυπεργολαβικήυπεργολαβικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπεργολαβικοίυπεργολαβικέςυπεργολαβικά
Γενικήυπεργολαβικώνυπεργολαβικώνυπεργολαβικών
Αιτιατικήυπεργολαβικούςυπεργολαβικέςυπεργολαβικά
Κλητικήυπεργολαβικοίυπεργολαβικέςυπεργολαβικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →