υπεργολαβικός
•
- που έχει σχέση με υπεργολάβο ή υπεργολαβία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπεργολαβικός < υπεργολάβος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπεργολαβικός | υπεργολαβική | υπεργολαβικό |
| Γενική | υπεργολαβικού | υπεργολαβικής | υπεργολαβικού |
| Αιτιατική | υπεργολαβικό | υπεργολαβική | υπεργολαβικό |
| Κλητική | υπεργολαβικέ | υπεργολαβική | υπεργολαβικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπεργολαβικοί | υπεργολαβικές | υπεργολαβικά |
| Γενική | υπεργολαβικών | υπεργολαβικών | υπεργολαβικών |
| Αιτιατική | υπεργολαβικούς | υπεργολαβικές | υπεργολαβικά |
| Κλητική | υπεργολαβικοί | υπεργολαβικές | υπεργολαβικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →