Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερφορτίζω

ρήμα
•
  1. φορτίζω μια συσκευή παραπάνω απ’ όσο πρέπει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερφορτίζω < υπερ- + φορτίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική overcharge)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςυπερφορτίζωυπερφορτίζειςυπερφορτίζειυπερφορτίζουμευπερφορτίζετευπερφορτίζουν / υπερφορτίζουνε
Παρατατικόςυπερφόρτιζαυπερφόρτιζεςυπερφόρτιζευπερφορτίζαμευπερφορτίζατευπερφορτίζαν / υπερφορτίζανε / υπερφόρτιζαν
Αόριστοςυπερφόρτισαυπερφόρτισεςυπερφόρτισευπερφορτίσαμευπερφορτίσατευπερφορτίσαν / υπερφορτίσανε / υπερφόρτισαν
Μέλλονταςθα υπερφορτίζω / θα υπερφορτίσωθα υπερφορτίζεις / θα υπερφορτίσειςθα υπερφορτίζει / θα υπερφορτίσειθα υπερφορτίζουμε / θα υπερφορτίσουμεθα υπερφορτίζετε / θα υπερφορτίσετεθα υπερφορτίζουν / θα υπερφορτίζουνε / θα υπερφορτίσουν / θα υπερφορτίσουνε
Παρακείμενοςέχω υπερφορτίσειέχεις υπερφορτίσειέχει υπερφορτίσειέχουμε υπερφορτίσειέχετε υπερφορτίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα υπερφορτίσειείχες υπερφορτίσειείχε υπερφορτίσειείχαμε υπερφορτίσει——
Υποτακτικήνα έχω υπερφορτίσει / να υπερφορτίζω / να υπερφορτίσωνα έχεις υπερφορτίσει / να υπερφορτίζεις / να υπερφορτίσειςνα έχει υπερφορτίσει / να υπερφορτίζει / να υπερφορτίσεινα έχουμε υπερφορτίσει / να υπερφορτίζουμε / να υπερφορτίσουμενα έχετε υπερφορτίσει / να υπερφορτίζετε / να υπερφορτίσετενα υπερφορτίζουν / να υπερφορτίζουνε / να υπερφορτίσουν / να υπερφορτίσουνε
Προστακτική—υπερφόρτιζε / υπερφόρτισε——υπερφορτίζετε / υπερφορτίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →