υπερφορτίζω
•
- φορτίζω μια συσκευή παραπάνω απ’ όσο πρέπει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερφορτίζω < υπερ- + φορτίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική overcharge)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερφορτίζω | υπερφορτίζεις | υπερφορτίζει | υπερφορτίζουμε | υπερφορτίζετε | υπερφορτίζουν / υπερφορτίζουνε |
| Παρατατικός | υπερφόρτιζα | υπερφόρτιζες | υπερφόρτιζε | υπερφορτίζαμε | υπερφορτίζατε | υπερφορτίζαν / υπερφορτίζανε / υπερφόρτιζαν |
| Αόριστος | υπερφόρτισα | υπερφόρτισες | υπερφόρτισε | υπερφορτίσαμε | υπερφορτίσατε | υπερφορτίσαν / υπερφορτίσανε / υπερφόρτισαν |
| Μέλλοντας | θα υπερφορτίζω / θα υπερφορτίσω | θα υπερφορτίζεις / θα υπερφορτίσεις | θα υπερφορτίζει / θα υπερφορτίσει | θα υπερφορτίζουμε / θα υπερφορτίσουμε | θα υπερφορτίζετε / θα υπερφορτίσετε | θα υπερφορτίζουν / θα υπερφορτίζουνε / θα υπερφορτίσουν / θα υπερφορτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω υπερφορτίσει | έχεις υπερφορτίσει | έχει υπερφορτίσει | έχουμε υπερφορτίσει | έχετε υπερφορτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υπερφορτίσει | είχες υπερφορτίσει | είχε υπερφορτίσει | είχαμε υπερφορτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υπερφορτίσει / να υπερφορτίζω / να υπερφορτίσω | να έχεις υπερφορτίσει / να υπερφορτίζεις / να υπερφορτίσεις | να έχει υπερφορτίσει / να υπερφορτίζει / να υπερφορτίσει | να έχουμε υπερφορτίσει / να υπερφορτίζουμε / να υπερφορτίσουμε | να έχετε υπερφορτίσει / να υπερφορτίζετε / να υπερφορτίσετε | να υπερφορτίζουν / να υπερφορτίζουνε / να υπερφορτίσουν / να υπερφορτίσουνε |
| Προστακτική | — | υπερφόρτιζε / υπερφόρτισε | — | — | υπερφορτίζετε / υπερφορτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →