υπεύθυνος
•
- και ως ουσιαστικόπου ευθύνεται για κάτι, που προκάλεσε κάτι και καλείται να υποστεί τις συνέπειες Βικιλεξικό
- Ο οδηγός του πρώτου αυτοκινήτου θεωρήθηκε από το δικαστήριο υπεύθυνος για το ατύχημα και πρέπει να πληρώσει τις ζημιές που προκλήθηκαν στο δεύτερο αυτοκινητο.
- και ως ουσιαστικόπου έχει αναλάβει να εκτελέσει ένα ορισμένο έργο, που του έχει ανατεθεί ένα συγκεκριμένο καθήκον Βικιλεξικό
- Ένας από τους δασκάλους ορίζεται υπεύθυνος για τη βιβλιοθήκη του σχολείου.
- για θέση ευθύνης Βικιλεξικό
- Όλοι τον εκτιμούν και αναμένεται να του ανατεθεί μια υπεύθυνη θέση στην εταιρεία.
- που διακατέχεται από αίσθημα ευθύνης κατά την άσκηση των καθηκόντων του, που χαρακτηρίζεται από υπευθυνότητα Βικιλεξικό
- Ο Γιώργος είναι ένας πολύ υπεύθυνος και αξιόπιστος άνθρωπος.
Ετυμολογία
υπεύθυνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπεύθυνος < ὑπ- + εὐθην- (εὐθήνη) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπεύθυνος | υπεύθυνη | υπεύθυνο |
| Γενική | υπεύθυνου | υπεύθυνης | υπεύθυνου |
| Αιτιατική | υπεύθυνο | υπεύθυνη | υπεύθυνο |
| Κλητική | υπεύθυνε | υπεύθυνη | υπεύθυνο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υπεύθυνοι | υπεύθυνες | υπεύθυνα |
| Γενική | υπεύθυνων | υπεύθυνων | υπεύθυνων |
| Αιτιατική | υπεύθυνους | υπεύθυνες | υπεύθυνα |
| Κλητική | υπεύθυνοι | υπεύθυνες | υπεύθυνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →