Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υποθηκοφυλακείο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νομικός όροςδημόσια υπηρεσία όπου φυλάσσονται τα βιβλία στα οποία έχουν καταχωρισθεί οι υποθήκες κι άλλες συναφείς νομικές πράξεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υποθηκοφυλακείο < υποθηκοφύλακας + -είο < υποθήκη + φύλαξ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική conservateur des hypothèques) + -είο :: Λέξη που πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1871 (Κουμανούδης Στέφανος, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών, τ. Β, σελ. 1051)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήυποθηκοφυλακείουποθηκοφυλακεία
Γενικήυποθηκοφυλακείουυποθηκοφυλακείων
Αιτιατικήυποθηκοφυλακείουποθηκοφυλακεία
Κλητικήυποθηκοφυλακείουποθηκοφυλακεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →